Ξ — Παροιμίες και εκφράσεις
134 συνολικά
1
›
2
›
3
›
4
›
5
›
6
›
7
›
8
›
9
›
10
›
11
›
12
›
13
›
14
›
15
›
16
›
17
›
18
›
19
›
20
›
21
›
22
›
23
›
24
›
25
›
26
›
27
›
28
›
29
›
30
›
31
›
32
›
33
›
34
›
35
›
36
›
37
›
38
›
39
›
40
›
41
›
42
›
43
›
44
›
45
›
46
›
47
›
48
›
49
›
50
›
51
›
52
›
53
›
54
›
55
›
56
›
57
›
58
›
59
›
60
›
Ξαγορασμό δεν έχει
Ξαγόρευε διαβόλους να κάνεις καλογέρους.
Ξαίνει, ξαίνει η παπαδιά, κι ο παπάς ξεβράκωτος
Ξακουστός γιατρός, κακό πονήδι.
Ξαναζεσταμένο φαγητό,
Ξαναζύμωσέ με, κάμε με.
Ξανθή τρίχα είδες, φεύγα.
Ξάνοιγε ούγια παίρνε πανί, ξάνοιγε μάνα πάρε κόρη.
Ξαπλωμένος, κανείς δεν σκοντάφτει.
Ξάπλωνε τα πόδια σου κατά το πάπλωμά σου.
Ξάστερα και φανερά να μη σε λένε μασκαρά.
Ξάστερος ουρανός αστραπές δεν φοβάται.
Ξεγκάστρωτη ποτέ δεν εσαράντησε
Ξεγλιστρά σαν να είναι χέλι; Δως του μια με το καμάκι.
Ξέγνοιαστη ζωή, ζωή δυστυχισμένη.
Ξέγνοιαστοι είν΄ οι πεθαμένοι
Ξεδιαλέγοντας τα σύκα δεν ξεδιάλεξα κανένα.
Ξεδίνει ο νους.
Ξέκαμε την πονηριά, να μη σου μείνη έγνοια
Ξεκίνησε ο Εβραίος και έτυχε μέρα Σάββατο.
Ξελάσκαραν (ή λάσκαραν) οι βίδες του.
Ξένα γαμήσια δικά μου γεντέρτια.(ή ντέρτια)
Ξένα κόλλυβα δικά του μνημόσυνα,
Ξένα κόλλυβα.
Ξένα ρούχα ζέστη δεν βαστάνε.
Ξένα χέρια αναπαύουν μα δε θεραπεύουν.
Ξένα ψωμιά κοφτερά μαχαίρια
Ξένες εισόδους μην γκρεμίζεις.
Ξένες ψείρες δε με τρώνε,
Ξένο βιος καλολογάριαστο,
Ξένο βιός σε χαροκόπου χέρια
Ξένο γάϊδαρο καβαλικεύεις γρήγορα τον ξεπεζεύεις.
Ξένο καρβέλι, δικό του μαχαίρι .
Ξένο κήπο πότιζε να ξεραθεί ο δικός σου
Ξένο κρασί, γλυκό σα μέλι,
Ξένο ξίδι, γλυκό κρασί .
Ξένο σκύλο κι αν ταίζεις, μόνο τα ψωμιά σου χάνεις.
Ξένο ψωμί τρώει και τα δόντια του λυπάται,
Ξένο ψωμί, δικά του δόντια.
Ξενοδουλεύει χαίρεται, κακό καιρό παντέχει.
Ξενοθερίζεις τραγουδάς, κακό χειμώνα θά 'χεις.
Ξένοι καημοί, ξένα κόλλυβα.
Ξένοι πόνοι, ξένα γέλια.
Ξενοκάνει η όρνιθα το αυγό.
Ξένος βιος καλολογάριαστος.
Ξένος δάχτυλος.
Ξένος δουλεύει ξένος παίρνει
Ξένος θα είσαι, ξένε μου, όσο δικός κι αν γίνεις.
Ξένος και τυφλός, στραβοί κι οι δυο τους.
Ξένος κόπος χαΐρι δεν γίνεται.
Ξένος πεφυκώς τοις ξενίζοντας σέβου.
Ξένος πόνος ξέγδαρμα
Ξένος πόνος, ξένα γέλια.
Ξένος τον ξένον έκραζε κι ο νοικοκύρης έβραζε
Ξένου παινέψου και δικού παραπονέψου.
Ξένους ξένιζε, μήποτε ξένος γίνη.
Ξενυχτίσαμε και κάναμε και κορίτσι
Ξεπλυμένο πινάκιο.
Ξερά κακά στον τοίχο δεν κολλάνε.
Ξεραίνει και το σκατό του και το κάνει παξιμάδι.