Ξ — Παροιμίες και εκφράσεις
134 συνολικά
61
›
62
›
63
›
64
›
65
›
66
›
67
›
68
›
69
›
70
›
71
›
72
›
73
›
74
›
75
›
76
›
77
›
78
›
79
›
80
›
81
›
82
›
83
›
84
›
85
›
86
›
87
›
88
›
89
›
90
›
91
›
92
›
93
›
94
›
95
›
96
›
97
›
98
›
99
›
100
›
101
›
102
›
103
›
104
›
105
›
106
›
107
›
108
›
109
›
110
›
111
›
112
›
113
›
114
›
115
›
116
›
117
›
118
›
119
›
120
›
Ξέρει γράμματα μα δεν έχει σπίτι να τα βάλει.
Ξέρει η μάνα πως να φτιάξει πίτα, μα δεν έχει αλεύρι.
Ξέρει η πάπια που είναι η λίμνη.
Ξέρει να σε πουλήσει και να σε αγοράσει.
Ξέρει ο βλάχος τι είναι το σφουγγάτο;
Ξέρει ο γάιδαρος να φάει μαϊντανό;
Ξέρει ο Γιάννης τι έχει στον τορβά του.
Ξέρει ο Θεός να βρέχει, ξέρει και ο Γιάννης να παίρνει την κάπα του.
Ξέρει ο λύκος που είναι τ' αρνί.
Ξέρει την Κυριακή μονάχα.
Ξέρει το γουρούνι τι είναι καρπούζι;
Ξέρει το μάθημα νεράκι.
Ξέρεις να κλέψεις; Ξέρω, Ξέρεις να κρύψεις; Όχι. Μήτε να κλέψεις δεν ξέρεις.
Ξερές βουνιές στον τοίχο δεν κολλάνε.
Ξερό ψωμί κι άγιος ο Θεός.
Ξερό ψωμί του νηστικού, του φαίνεται ματζούνι . (ή σφουγγάτο)
Ξεροκέφαλος, αδειοβάρελο, κουφιοκάρυδο.
Ξεροκοκκίνισμα η προσωπίδα του δεν ξέρει.
Ξερός μπαίνει, ξερός βγαίνει
Ξερριζώνει το δέντρο για να φάει τον καρπό
Ξέρω από που κρατάει η σκούφια σου
Ξέρω μάνα μου να υφαίνω, μόνο τις κλωστές δεν δένω.
Ξέρω να σφυρώ μα δεν έχω πρόβατα.
Ξεσηκώνω τα μυαλά κάποιου.
Ξεσκισμένο το σακί, θέλεις βάλιε θέλεις μη
Ξετσιπωμένα μάγουλα απο μακριά τα βλέπεις.
Ξετυλίγω το κουβάρι.
Ξεφάντωνε ξεφάντωνε, άδειασε το πουγγί μας.
Ξεφεύγω από του χάρου τα δόντια.
Ξεφόρτωσε την ελιά να σε φορτώσει λάδι.
Ξέφραγο αμπέλι.
Ξέφραγος κήπος, έρημα λάχανα.
Ξέφυγα τον κεραυνό κι έπεσα στην αστραπή.
Ξέφυγα τον κεραυνό κι έπεσα στην αστραπή.
Ξεφυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν.
Ξεφυτρώνουν (ή ξεπετάγονται) σαν τα μανιτάρια.
Ξέχασα πως είχα άνδρα κι έπαιζα με τα κοπέλια.
Ξέχασα πως είχα άντρα και έπαιζα με το κοπέλι
Ξεχασμένος κι από τον Θεό.
Ξεχείλισε το ποτήρι.
Ξεχνά η γρουσούζα η πεθερά πως ήταν νύφη μια φορά;
Ξεχωρίζω (ή χωρίζω) την ήρα από το στάρι.
Ξεχώρισε την ήρα απο το στάρι.
Ξηγιέται σπαθί.
Ξημερώνοντας και διατάζοντας
Ξημέρωσε γι΄ αυτόν
Ξημέρωσε για τον εργάτη, όχι όμως για τον αφέντη.
Ξούρισε το αυγό και πάρε το μαλλί.
Ξύλα κούτσουρα δαυλιά καμένα
Ξύλα, κούτσουρα, κουκιά μαγειρεμένα.
Ξύλο απελέκητο στην γυναίκα μην το δείχνεις.
Ξύλο μετά μουσικής (έπεσε)
Ξυνά του βγήκαν τα γέλια.
Ξυνά του βγήκαν τα γέλια.
Ξύνε κι αλάτιζε.
Ξύνε ξύνε η κότα, το έβγαλε το μάτι της.
Ξύνει τα νύχια του για καυγά.
Ξύνεται εκεί που δεν τον τρώει.
Ξύνεται εκεί που δεν τον τρώει.
Ξύνεται εκεί που δεν τον τρώει.