Παροιμίες από το γράμμα Χ

68 ελληνικές παροιμίες

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών: 68
Σελίδα 1 από 1
Χαίρου τον όμορφο καιρό, γιατί ο κακός δεν λείπει.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Χάνω τ' αυγά και τα καλάθια.
Χάνω τα αυγά και τα πασχάλια/καλάθια.
Χαρά στην πίπα που κρατά, κι αλί αέρας που ρουφά.
Χαράς τονε που αναπάηκε κι αλιά σε κειούς που μείναν.
Χαράς τονε που ξαφνιαστεί και πιάσει τ άρματά του.
Χάρε, χαρά που μου 'φερες και λύπη που μου πήρες.
Χαρίζει δίχτυα σε κάποιο στεριανό.
Χάρος τον παρακαλεί κι αυτός καμαρώνει.
Χάσαμε με τα χέρια κάτω
Χάσαμε τα μάτια και τα φρύδια θα συλλογιστούμε;
Χάσε απο το δίκιο σου να πας γερός στο σπίτι σου.
Χασμουριέται η νύφη μας, ή νυστάζει ή πεινά.
Χέλια θέλει να πιάσει και το νερό θολώνει/
Χέρι με χέρι αντάμα, το φίδι το μαγκώνουν.
Χέρι με χέρι κι όχι με καρτέρι.
Χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, φίλησε το.
Χέρι που δεν παίρνει τόπος δεν αδειάζει.
Χέρι που κόφτεται με δικαιοσύνη δεν πονεί.
Χέρι που σε ευεργέτησε, αν δεν το φιλάς, μην το δαγκώνεις.
Χέρια δουλέψτε, μάτια ζηλέψτε.
Χέρια που δεν κοπιάσουνε, κοιλιά δεν θεραπεύεται.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δεν γίναμε ευζώνοι.
Χέσε ψηλά κι αγνάντευε,
Χέστηκε η φοράδα στ΄ αλώνι.
Χήρας παιδιά γαιδούρας πουλάρια.
Χίλια δυο βάζει ο νους μου, καρφί δεν μου καίγεται.
Χίλια κούρμουλα και πεντακόσιες ρόγες.
Χίλια λόγια ένα άσπρο και το άσπρο δεν τ αξίζουν.
Χίλια μίλια ένα ψωμί, χίλια ψωμιά ένα μίλι.
Χίλια να γνωρίζεις ρώτα κι ένα.
Χίλια στόματα χίλια λόγια
Χίλιες ξενιτειές δεν κάνουν μια πατρίδα
Χίλιες οι νύφες του γαμπρού, χίλιοι οι γαμπροί της νύφης.
Χίλιες οκάδες βούτυρο σε σκύλινο τομάρι.
Χίλιες οκάδες βούτυρο, σε σκύλινο τομάρι.
Χίλιοι γδυμένοι δεν ντύνουν έναν γδυμνό.
Χιόνι και μάρμαρο, ποτέ δεν ιδρώνουν.
Χόλιασε ο γεωργός κι έκαψε τις κάλτσες του.
Χοντρή μπουκιά φάε, χοντρό λόγο μην πεις.
Χόρευαν τα σιδηρικά, πηδούσε κι η βελόνα.
Χόρευε κυρά Μαρού κι έχε κι έννοια του σπιτιού.
Χόρευε μοναχός σου, κι αν σκοντάψεις δεν πειράζει.
Χόρτασαν του χασάπη τα παιδιά και φτιάξανε τα άντερα δαχτυλίδια.
Χορτασμένος ο παπάς, χορτασμένη η παπαδιά, στρώστε να πλαγιάσουμε.
Χρόνου μελέτη, ώρας κάμωμα.
Χρυσωμένος γάιδαρος, πάντα γάιδαρος είναι.
Χτίζει μύλο χωρίς νερό.
Χτύπα το σίδερο όσο είναι ζεστό.
Χτυπά τον τοίχο να φύγουν τα ποντίκια.
Χτυπάει και σκούζει.
Χύθηκε η μαγεριά μας, πάει η κουμπαριά μας.
Χύνει (ή κλοτσά) την καρδάρα με το γάλα.
Χώμα πιάνει χρυσάφι γίνεται.
Χωρατεύοντας λέγεται το αληθινό
Χωριάτης άγιος κι αν γενεί πάντα χωριάτης θα 'ναι.
Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.
Χωρίς άρμενα και πανιά, Άγιε Νικόλα, βοήθα με.
Χωρίς δόλωμα ψάρι δεν πιάνεται.
Χωρίς κουπιά και άρμενα, Αϊ-Νικόλα βόηθα.
Χωρίς το κερί και την ελιά δε γίνεται εκκλησιά.
Χωρίς φωτιά, καπνός δεν γίνεται.
Χωρίς χώμα και νερό, πώς ευρέθει το αγγούρι εδώ.
Χωρίς ψωμί χωρίς κρασί, παγώνει κι η αγάπη.
Χωρίς ψωμί, κανένας νόμος δεν κρατιέται.
Χωρο, χρόνο, χτήμα, χρήμα αν χτιμάς, δεν πεινάς.
Χωστά χωστά τον έκανε ο Μιχελής τον γάμο, γιατί ήταν τα ψωμιά μικρά και το χωριό μεγάλο.