Ανά θεματική ενότητα
Άνθρωποι
Αποφθέγματα
Αποσπάσματα
Αρχική
Παροιμίες από το γράμμα Ξ
100 ελληνικές παροιμίες
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών:
100
Σελίδα
1
από
1
Ξαγόρευε διαβόλους να κάνεις καλογέρους.
Ξαίνει, ξαίνει η παπαδιά, κι ο παπάς ξεβράκωτος
Ξακουστός γιατρός, κακό πονήδι.
Ξαναζύμωσέ με, κάμε με.
Ξανθή τρίχα είδες, φεύγα.
Ξάνοιγε ούγια παίρνε πανί, ξάνοιγε μάνα πάρε κόρη.
Ξαπλωμένος, κανείς δεν σκοντάφτει.
Ξάπλωνε τα πόδια σου κατά το πάπλωμά σου.
Ξάστερα και φανερά να μη σε λένε μασκαρά.
Ξάστερος ουρανός αστραπές δεν φοβάται.
Ξεγκάστρωτη ποτέ δεν εσαράντησε
Ξεγλιστρά σαν να είναι χέλι; Δως του μια με το καμάκι.
Ξέγνοιαστη ζωή, ζωή δυστυχισμένη.
Ξεδιαλέγοντας τα σύκα δεν ξεδιάλεξα κανένα.
Ξέκαμε την πονηριά, να μη σου μείνη έγνοια
Ξεκίνησε ο Εβραίος και έτυχε μέρα Σάββατο.
Ξένα γαμήσια δικά μου γεντέρτια.(ή ντέρτια)
Ξένα κόλλυβα δικά του μνημόσυνα,
Ξένα ρούχα ζέστη δεν βαστάνε.
Ξένα χέρια αναπαύουν μα δε θεραπεύουν.
Ξένα ψωμιά κοφτερά μαχαίρια
Ξένες εισόδους μην γκρεμίζεις.
Ξένες ψείρες δε με τρώνε,
Ξένο βιος καλολογάριαστο,
Ξένο βιός σε χαροκόπου χέρια
Ξένο γάϊδαρο καβαλικεύεις γρήγορα τον ξεπεζεύεις.
Ξένο καρβέλι, δικό του μαχαίρι .
Ξένο κήπο πότιζε να ξεραθεί ο δικός σου
Ξένο ξίδι, γλυκό κρασί .
Ξένο σκύλο κι αν ταίζεις, μόνο τα ψωμιά σου χάνεις.
Ξένο ψωμί τρώει και τα δόντια του λυπάται,
Ξένο ψωμί, δικά του δόντια.
Ξενοδουλεύει χαίρεται, κακό καιρό παντέχει.
Ξενοθερίζεις τραγουδάς, κακό χειμώνα θά 'χεις.
Ξένοι καημοί, ξένα κόλλυβα.
Ξένοι πόνοι, ξένα γέλια.
Ξένος βιος καλολογάριαστος.
Ξένος δουλεύει ξένος παίρνει
Ξένος θα είσαι, ξένε μου, όσο δικός κι αν γίνεις.
Ξένος και τυφλός, στραβοί κι οι δυο τους.
Ξένος κόπος χαΐρι δεν γίνεται.
Ξένος πόνος ξέγδαρμα
Ξένος πόνος, ξένα γέλια.
Ξένος τον ξένον έκραζε κι ο νοικοκύρης έβραζε
Ξένου παινέψου και δικού παραπονέψου.
Ξενυχτίσαμε και κάναμε και κορίτσι
Ξερά κακά στον τοίχο δεν κολλάνε.
Ξεραίνει και το σκατό του και το κάνει παξιμάδι.
Ξέρει γράμματα μα δεν έχει σπίτι να τα βάλει.
Ξέρει η μάνα πως να φτιάξει πίτα, μα δεν έχει αλεύρι.
Ξέρει η πάπια που είναι η λίμνη.
Ξέρει ο βλάχος τι είναι το σφουγγάτο;
Ξέρει ο γάιδαρος να φάει μαϊντανό;
Ξέρει ο Γιάννης τι έχει στον τορβά του.
Ξέρει ο Θεός να βρέχει, ξέρει και ο Γιάννης να παίρνει την κάπα του.
Ξέρει ο λύκος που είναι τ' αρνί.
Ξέρει την Κυριακή μονάχα.
Ξέρει το γουρούνι τι είναι καρπούζι;
Ξέρεις να κλέψεις; Ξέρω, Ξέρεις να κρύψεις; Όχι. Μήτε να κλέψεις δεν ξέρεις.
Ξερές βουνιές στον τοίχο δεν κολλάνε.
Ξερό ψωμί κι άγιος ο Θεός.
Ξερό ψωμί του νηστικού, του φαίνεται ματζούνι . (ή σφουγγάτο)
Ξεροκοκκίνισμα η προσωπίδα του δεν ξέρει.
Ξερός μπαίνει, ξερός βγαίνει
Ξερριζώνει το δέντρο για να φάει τον καρπό
Ξέρω μάνα μου να υφαίνω, μόνο τις κλωστές δεν δένω.
Ξέρω να σφυρώ μα δεν έχω πρόβατα.
Ξεσκισμένο το σακί, θέλεις βάλιε θέλεις μη
Ξετσιπωμένα μάγουλα απο μακριά τα βλέπεις.
Ξεφάντωνε ξεφάντωνε, άδειασε το πουγγί μας.
Ξεφόρτωσε την ελιά να σε φορτώσει λάδι.
Ξέφραγος κήπος, έρημα λάχανα.
Ξέφυγα τον κεραυνό κι έπεσα στην αστραπή.
Ξέφυγα τον κεραυνό κι έπεσα στην αστραπή.
Ξέχασα πως είχα άνδρα κι έπαιζα με τα κοπέλια.
Ξέχασα πως είχα άντρα και έπαιζα με το κοπέλι
Ξεχνά η γρουσούζα η πεθερά πως ήταν νύφη μια φορά;
Ξεχωρίζω (ή χωρίζω) την ήρα από το στάρι.
Ξεχώρισε την ήρα απο το στάρι.
Ξημερώνοντας και διατάζοντας
Ξημέρωσε για τον εργάτη, όχι όμως για τον αφέντη.
Ξούρισε το αυγό και πάρε το μαλλί.
Ξύλα κούτσουρα δαυλιά καμένα
Ξύλα, κούτσουρα, κουκιά μαγειρεμένα.
Ξύλο απελέκητο στην γυναίκα μην το δείχνεις.
Ξυνά του βγήκαν τα γέλια.
Ξύνε κι αλάτιζε.
Ξύνε ξύνε η κότα, το έβγαλε το μάτι της.
Ξύνει τα νύχια του για καυγά.
Ξύνεται εκεί που δεν τον τρώει.
Ξύνεται εκεί που δεν τον τρώει.
Ξύνεται σαν το πρόβατο στου τσομπάνη το ραβδί.
Ξύπνα γριά να σε ξεκονιδιάσω.
Ξυπνά τον άρρωστον, να τον βάλει να κοιμηθεί.
Ξύπνησαν τα τζίτζιφα και παριστάνουν τους χουρμάδες.
Ξυπόλητος πάει στα αγκάθια.
Ξυράφι αγόραζε ο σπανός.
Ξύσε με για να σε ξύσω.
Ξύσε την πλάτη μου να ξύσω τη δική σου.
Ξύσου με τα δικά σου νύχια γιατί τα ξένα γρατζουνάνε.
1