Παροιμίες από το γράμμα Σ

145 ελληνικές παροιμίες

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών: 145
Σελίδα 1 από 2
Σ ένα φέσι δεν χωράνε δυο κεφάλια
Σ' άδειο κοτέτσι δεν ζυγώνει αλεπού.
Σ' άκουσα και ίδρωσα, σε είδα και σ' αψήφησα
Σ' άλλους αρέσει η ψαλτική και σ' άλλους το τραγούδι.
Σ' άλογο ξένο σαν ανέβεις, μεσοδρομίς θα ξεπεδεύεις.
Σ' αυτό τον κόσμο ούλα τα πράγματα είναι μικρά κι ο χρόνος τα μεγαλώνει, και μόνο ο πόνος είναι μεγάλος μα ο χρόνος τον μικραίνει.
Σ' αυτό τον κόσμο σπέρνεις και στον άλλον θερίζεις.
Σ' αυτό τον τόπο το στραβό, παπάς δεν ήταν κι ήρθα εγώ.
Σ' αυτόν τον τόπο λύπη ποτέ δεν απολείπει.
Σ' οποιανού τ' αμάξι ανέβει, κείνου το τραγουδι λέει.
Σ' όποιο δόντι μας πονεί, εκεί αγγίζει η γλώσσα.
Σ' όποιον έχει στάρι, εύκολα του δανείζουν αλεύρι
Σ' ότι δυσκολεύεται ο διάβολος βάνει τη γυναίκα να το κάνει.
Σ’ αγαπώ κυρά να κλάνεις, αλλά μην το παρακάνεις.
Σ’ έναν δίνουν και δεν παίρνει, άλλον δέρνουν και δε φεύγει.
Σα βλέπει η σκύλα το λαγό πάει να κατουρήσει.
Σα βολευτείς στον ύπνο σου, στον ξύπνιο μην προσμένεις.
Σα βουλιάζει η βάρκα, τι χρειάζεται η σέσουλα.
Σα βρει αραλίκι στο μαντρί, ο λύκος είναι αχόρταγος.
Σα γεράσει η κουκουβάγια, τη γελάνε κι οι σπουργίτες
Σα γεράσει ο διάβολος γίνεται καλόγερος.
Σα γίνει ο κλέφτης φύλακας, κλέβει τα φυλαγμένα.
Σα δε ιδείς από τη μοίρα σου, ούτε από τη γέννα σου.
Σα δεν ξέρεις να σφυρίζεις, ίντα θες τα πρόβατα
Σα δεν σε έχει ο λογισμός μου, τι κωλοκυλιέσαι μπρος μου.
Σα δεν σου τρέχει, μην τρέχεις.
Σα διψά ο εχθρός σου, πότισε τον.
Σα λείπεις από το γάμο σου, άλλος γλεντά τη νύφη.
ΣΑ μάθει ο σκύλος τη πάσπαλη, ή το σκύλο σκότωσε ή το φούρνο χάλασε.
ΣΑ μανίσει ο γάιδαρος, ξεπερνάει και τ' άλογο
Σα ραγίσει το γυαλί, τρέχα βάνε του κερί.
Σα σ' αρέσει η φάβα, σπείρα κουκιά να έχεις.
Σα σε βοηθά η τύχη, δίνε γούμενε όπου τύχει.
Σα σε μπλεχτεί ο πειρασμός, δέξου τον σαν αγιασμό.
Σα σε τιμά το σπίτι σου, σε τιμά η γειτονιά σου και σε σε τιμά η γειτονιά, σε τιμά ο κόσμος όλος
Σα σκορπας και σα δωρίζεις, βιος κι αν έχεις δεν τ' ορίζεις.
Σαββατιανό κατάπιασμα, ντροπή της εβδομάδας
Σάββατο κίνα τη δουλειά κι ας μην την τελειώσεις
Σάββατο ως την Κυριακή, δεν είναι μακριά η γιορτή.
Σακάκι πληρώνεις, σακάκι παίρνεις. Μανίκι πληρώνεις, μανίκι παίρνεις.
Σάλιαγκα σπίτι καίγεται κι εκείνος τραγουδάει.
Σαν αστραπή το χέρι του, στου φίλου το δισάκι.
Σαν βαρβάτεψε ο γάιδαρος δεν το μπορεί το καπίστρι.
Σαν δεν αντέχεςι τον ανήφορο, πήγαινε από γύρω.
Σαν δεν έχει το καντήλι λάδι, όσο θέλεις άναβε το.
Σαν παραπαχύνει η κότα, δεν κάνει αυγά.
Σαν πάρει ο αέρος τα φτερά, ποιος να τα ανεμαζώξει.
Σαν πατάς τα βήματα σου, να κοιτάζεις και μπροστά σου.
Σαν πεθάνει ο άρρωστος, δε χρειάζεται φάρμακα.
Σαν πεθάνω απο συνάχι, τύφλα να 'χει η πανούκλα
Σαν πεινάς και δε νυστάζεις όσο θέλεις κουκουλώσου.
Σαν περάσει η γιορτή, περιγελούν τον άγιο
Σαν πετύχει τ’ αποσπόρι, χαίρονται οι χωριάτες όλοι.
Σαν πόσα βατσινόμουρα στον κώλο της αρκούδας;
Σαν σ' αρέσει η φάβα, σπείρε κουκιά για να 'χεις.
Σαν τη γίδα το ψαλίδι.
Σαν τινάζαν την αχλαδιά, όσοι λάχαν τόσοι φάγαν.
Σαν τον έχει άλλος, πόνος αντέχεται μεγάλος
Σαν, όταν έρθει το κακό, καρτέρα να έρθει κι άλλο.
Σαράντα τ’ άλογο κι εξήντα το σαμάρι.
Σαράντα χρόνια μάστορας, και μάστορα ζητάω
Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση
Σε αγάπη αδιαφόρευτη μη ρίχνεις το σεβντά σου,
Σε αγοράζει και σε πουλάει.
Σε ένα κοτέτσι δεν χωρούν δύο κοκόρια.
Σε καΐκι και σε σπίτι, η αθιβολή δε λείπει.
Σε κουφό καμπάνα κι αν χτυπάς, τον τυφλό κι αν θυμιατίζεις, μεθυσμένο αν κερνάς όλα χαμένα πάνε.
Σε ξένο φαΐ αλάτι να μη ρίχνεις.
Σε όποιον δεν έδωσε ο Θεός παιδιά, έδωσε ο διάβολος ανίψια.
Σε παινεμένη απιδιά, μην πας με μέγα σάκο
Σε πήρα για βασιλικό και εβγήκες τσουτσουμίδα.
Σε πήρα για τριαντάφυλλο μα βρέθηκες τσουκνίδα.
Σε πολλούς σακί μη λύσεις, κι αν το λύσεις μη το δέσεις.
Σε τόπο αδιαφόρετο να μην πολυκαθίσεις.
Σέρνε με κι εγώ να θέλω και να κάνω πως δεν θέλω.
Σιγά σιγά κοτούλα μου κι εγώ σε μαγειρεύω
Σιμώτερα το σπίτι παρά το κελάρι.
Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά.
Σκότωνε τρελούς και πλήρωνε τζερεμέδες.
Σκότωνε τρελούς πλήρωνε τζερεμέδες
Σκύλι που γαυγίζει μην το φοβάσαι
Σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει.
Σόι πάει το βασίλειο.
Σου έταξαν κάτι να σου δώσουν; τρέξε να το πάρεις.
Σουλούπωνε το σπίτι σου να σου φανεί μεγάλο.
Σπανός ξυράφι αγόραζε.
Στα ψάρια τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα.
Στάλα με στάλα το νερό, τρυπάει το λιθάρι.
Στάλα την στάλα το νερό τρυπάει και την πέτρα.
Σταλαγματιά σταλαγματιά αδειάζει το βαγένι.
Σταυρό κι αν κάνει ο διάολος, για διαβολιά τον κάνει
Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα.
Στη βράση κολλάει το σίδερο.
Στη γειτονιά τριαντάφυλλο και μες στο σπίτι αγκάθι.
Στην άκρη σκάει η σφενδόνα.
στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι
Στην θάλασσα να τον στείλοην, νερό δεν βρίσκει.
Στην μπαρμπαριά τα ρούχα μου στην Κρήτη το σπαθί μου.
Στης ακρίβειας τον καιρό, βρήκα εγώ να παντρευτώ.
Στις εννιά του μακαρίτη μπαίνει άλλος μες στο σπίτι.