Παροιμίες από το γράμμα Θ

108 ελληνικές παροιμίες

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών: 108
Σελίδα 1 από 2
Θα δούμε τι θα βγάλει ο κάτω πίρος.
Θα κλάψει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Θα κόψει το νερό να μην αλέθει ο μύλος.
Θα σου μάθω εγώ πόσα απίδια βάνει ο σάκος.
Θα το βρει η στραβή τ’ αρνί της.
Θα το βρει η τάβλα το καρφί της.
Θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι.
Θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι.
Θάνατος νέου ναυάγιο, θάνατος γέρου σωτηρία.
Θάνατος πλουσίου, καυγάδες κληρονόμων
θάρθει και γέννα κόρη μου, δεν θα ΄ναι μόνο γάμος.
Θαρρεί πως κρατά τον Θεόν από το πόδι.
Θαρρεί πως όλα τα πουλιά του ουρανού τρώγονται.
θαρρεί πως τον αφαλόκοψε.
Θαρρεί τ' αυγά πως τ' αλωνίζουνε, δεν ξέρει πως τα τηγανίζουνε. 
Θαρρεί τ’ αυγά αλωνίζονται και το κρασί λιχνιέται.
θαρρείς όσοι διαβάζουνε γραμματισμένοι είναι;
Θαρρούνε οι τυφλοί πως κι οι βλεπούμενοι δεν έχουν μάτια
Θαρρούσιν οι μαυρομάτες πως δεν εβλέπουν οι ασπρομάτες.
Θαύμα τρεις ημέρες και το παραθαύμα μια βδομάδα.
Θαυμαστά τα λόγια σου, μυρίζουν όμως απιστία.
Θαυματουργούν τα κόσκινα και πέφτουν οι πυκνάδες.
Θε μου μην δώσεις του φτωχού πόρτα και παραθύρι και πάπλωμα να σκεπαστεί, μήν πάρει και σου φύγει.
Θε να χρειαστώ κι εγώ σαν παλιώσει το λινό
Θεέ μου βλόγα του τα χέρια και βούλωνε το στόμα του.
Θέλε να 'χει ο γείτονας μα και συ να μην είσαι άδειος.
Θέλε να έχει ο γείτονας σου, μα και συ μην είσαι άδειος
Θέλε ό,τι μπορείς, για να κάνεις ό,τι θέλεις. 
Θέλει γαμπρό με μάτια, ας είναι και τυφλός
Θέλει δέκα γιά ν' αρχίσει και σαράντα να σωπάσει. 
Θέλει δεν θέλει ο γάιδαρος το βάζει το σαμάρι.
Θέλει η γριά και παίζει ο γέρος.
Θέλει η καρδιά μου να χαρεί κι η πίκρα δεν αφήνει. 
Θέλει η κυρά μας και παίζουν τα γατιά μας.
Θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, μούντζες στο συμπεθεριό.
Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει.
Θέλει και δεν θέλει η γυναίκα να ορίζει.
θέλει και το παξιμάδι βρεγμένο.
Θέλει και τον ύπνο να χορτάσει και την λειτουργία να ακούσει.
Θέλει κανείς ν' αγιάσει μα δεν αφήνουν οι διαόλοι.
Θέλει κι ο μούτσος μας καφέ.
Θέλει κι ο σαλιάρης να γελάσει τον μυξιάρη 
Θέλει κι ο τρελός σαβάνωμα, θέλει κι ο τρελός λαμπάδα.
Θέλει κώλο και κομμάτι απ' άλλον κώλο. 
Θέλει ν' αδειάσει τη θάλασσα με το κουτάλι.
θέλει ν' ανθίσει το δεντρί κι η πάχνη δεν τ' αφήνει.
Θέλει να μάθει τη ριζοδοντιά μας.
Θέλει να μπαίνει στ' άτρυγα και στα τρυγημένα
Θέλει νου και γνώση, να κοπεί του γαϊδάρου η στρώση.
Θέλει ξύλο με ξύλο για ν'α ανάψει η φωτιά.
Θέλει ο Θεός τον κλέφτη, αλλά θέλει και τον νοικοκύρη
Θέλει ο κάτης και χορεύουν τα ποντίκια
Θέλει ο κλέφτης να κρυφτεί και η χαρά δεν τον αφήνει.
Θέλει ο τυφλός λαμπάδα.
Θέλει πόνο για να βγουν τα δάκρυα
Θέλει την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο.
Θέλει το αμπάρι γέμισμα κι όχι το σκαφίδι ξύσιμο
Θέλεις δεν θέλεις νύφη, τώρα θα προσκυνήσεις.
Θέλεις θέρισε και δέσε, θέλεις δέσε και κουβάλα.
Θέλεις μοιρασιά όπως μοιράζει ο Θεός ή όπως μοιράζουν οι ανθρώποι;
Θέλεις να γίνεις αφέντης, δούλεψε να έχεις.
Θέλεις να μάθεις πόσο αξίζει το χρήμα; Προσπάθησε να δανειστείς.
Θέλεις ναν τα μάθουν και στην πόλη, πεσ' τα μυστικά της γυναικός σου 
Θέλεις πλούτη και τιμή; Μην κοιμάσαι την αυγή.
Θέλεις το τρανό χουλιάρι; Πάρε το μεγάλο φτυάρι.
Θέλεις φόρτωνε και δένε, θέλεις δένε και κουβάλα.
Θέλημα Θεού, σφάλμα ιατρού.
Θέλουν τα καλά του Γιάννη και τον Γιάννη δεν τον θέλουν
Θέλω γέρος γένομαι, είμαι και δεν φαίνομαι
Θέλω ν' αγιάσω αλλά δεν μ' αφήνει ο διάβολος που 'χω στο βρακί μου.
Θέλω ν' αποφύγω μα πως να καταφύγω
Θέλω ν’ αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ’ αφήνει.
Θέλω να έχεις χίλια πρόβατα μα σαν δε θέλεις, ούτε ουρά.
Θέλω να πνιγώ, μα φοβάμαι το ρέμα.
Θέλω την κι ας είνα χήρα και φτωχή και κακομοίρα.
Θεό και γείτονα δεν γελάς.
Θεός καλός, όλα καλά.
Θεός να σε φυλάει απο καινούργιο άρχοντα και απο παλιό ζητιάνο.
Θέριεψε κι η αλεπού και ρίχτηκε στις κότες
Θερίζει η μετάνοια όπου σπέρνει η οργή.
Θερίζει όπου δεν σπέρνει
Θερίζει όπου δεν σπέρνει.
Θερίζεις και τραγουδάς; Κακό χειμώνα θα έχεις.
Θερίζουν παίρνουν τον καρπό κι η καλαμιά απομένει .
Θεριό στην Κρήτη δεν θεριεύει.
Θέρος–τρύγος–πόλεμος στασιό δεν περιμένουν.
Θες δε θες γάιδαρε, πιες αγίασμα
Θες να δεις την κόρη, κοίταξε την μάνα
Θες να χάσεις ένα φίλο; Δάνεισε του χρήματα.
Θέσε το δίκαιο ανάσκελα, να το φωνάζει μοναχό του
θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά.
Θηλυκά όσα θέλεις βρίσκεις, νοικοκυράδες λίγες.
Θλιβερό είναι το σπίτι όπου η κότα κακαρίζει περισσότερο από τον κόκορα
Θολό ποτάμι άπεχε και τη φωτιά αναμμένη και τη γυναίκα την κακιά όταν είναι θυμωμένη. 
Θολό ποτάμι σαν περνάς κι όταν μετράς τα γρόσια, κι όταν σου λέντε παντριά, το νού σου τετρακόσια
Θολό πρωί καθάρια μέρα.
Θολώνει το ποτάμι, για να πιάσει ψάρια. 
Θρασύς και αυθάδης και αλαζών, λοιμος καλείται.
Θρέψε φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι.
Θυμήσου μετάξι να του δίνεις και πάλι δεν το πιάνει.