Παροιμίες από το γράμμα Ε

199 ελληνικές παροιμίες

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών: 199
Σελίδα 1 από 2
Εγώ αιτία γύρευα και αφορμή ευρήκα.
Εαν δεν έχει το καντήλι λάδι, άναβέ το όσο θέλεις
Εαν σου μοιάζει το παιδί, μην πεις πως είναι ξένο.
Εαν σου μοιάζει το παιδί, μην πεις πως είναι ξένο.
Εαν τρέχει το άλογο περισσεύουν τα σπιρούνια
Έβαλε γάργαρο νερό στου γουρουνιού τη σκάφη.
Έβαλε και παραέβαλες και πήρε κι από το σκεύος
Έβαλε ο αβράκωτος βρακί κάθε τόσο και το λύει
Εβατεύονταν η γίδα και τον τράγο τσούζει ο κώλος.
Έβγα έξω και πομπέψου κι έμπα μέσα και πορέψου.
Έβγα νύφη απ' το χορό κι έμπα στον χερόμυλο.
Έβγα νύφη από το χορό κι έμπα στο χερόμυλο.
Έβγαλαν τα παιδιά τον πατέρα τους στον ήλιο
Έβγαλε η κοπριά φροκάλι και η αστοιβή κλωνάρι.
Έβγαλε ο σπανός δυο τρίχες και τον έφαγαν τα γένια
Έβηξε η νύφη, σκόλασε ο γάμος. (ή σκόρπισε ο γάμος)
Εβραϊκο παζάρι
Εβραίο βαπτίζεις πετσί κοπανίζεις
Εγέλασες, γευμάτισες, μα δεν γελάς για δείπνο.
Εγελούσανε με μένα κι έσκασα κι εγώ στα γέλια.
Εγίνηκε ο σκύλος μας του λύκου υπηρέτης.
Εγώ γελώ με δώδεκα, και δεκατρείς με μένα.
Εγώ δεν κρένω, δεν λαλώ, εγώ θα πάρω το γαμπρό.
Εγώ δεν σου δίνω κι εσύ λες δεν θέλεις.
Εγώ είμαι εδώ, που σπάω το αυγό.
Εγώ ήμουν στον πόλεμο κι η μάνα μου διηγείται.
Εγώ καλοπαντρεύτηκα κι όπου με επήρε ας κλαίει.
Εγώ με το ψαλίδι κι αυτός με το τσεκούρι.
Εγώ μιλάω, γαϊδούρια κλάνουνε.
Εγώ μιλώ για σκόρδα κι εσύ απαντάς για κρεμμύδια.
Εγώ ό,τι είχα πούλησα και άλλα δεν αγοράζω.
Εγώ σε έχτισα φούρνε μου, εγώ θα σε γκρεμίσω.
Εγώ σε έχτισα φούρνε μου, εγώ θα σε χαλάσω.
Εγώ σου λέγω άλλα κι εσύ ρουφάς το γάλα.
Εγώ σπαρανιάρω τη γυναίκα μου κι άλλος τη ξεθεώνει.
Εγώ στόν πόλεμο κι εσύ διηγάσαι.
Εγώ στραβώνω και πουλώ, εσύ βλέπε κι αγόραζε.
Εγώ στραβώνω και πουλώ, εσύ να βλέπεις ν' αγοράζεις.
Εγώ τα φίδια ζώνομαι και τα θεριά σκοτώνω.
Εγώ ταξιδιώτης εσύ ξενοδόχος, κάπου θα ανταμωθούμε.
Εγώ το λέω στην γάτα μου κι η γάτα στην ουρά της.
Εγώ το λέω στον σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
Εγώ ψοφώ για το ψωμί κι ο άνδρα μου το δανείζει.
Έδινε ο παπάς του γιου του κι ύστερα έχασε το νου του.
Εδιώξαμε την αλεπού και μπήκε το λιοντάρι.
Έδιωξε τον τραγουδιστή και πήρε τον κλαψιάρη
Εδώ βαθιά, εκεί ρηχά, πού να πάω να πνιγώ;
Εδώ βουνό, εκεί γκρεμός και όπου να πάω βράχος.
Εδώ είναι το κεφαλόβρυσο, τι θες τα παραβρύσια.
Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν.
Εδώ ο κόσμος χάνεται και η Μαριώ (ή η γριά) χτενίζεται.
Είδα αγγέλους μέχρι να τον καταφέρω.
Είδα γέροντα παπά να θάβει μωρό παιδί.
Είδα κι είδα, γύφτο παπά δεν είδα.
Είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του.
Είδε ο ξυπόλητος κουτσό και παρηγορήθηκε.
Είδες τον φίλο σου είδες την χαρά σου.
Είν' αλάργα το σκοτάδι; Κλεισ' τα μάτια να το ίδης!
Είναι αλάργα το χωριο σου; Σαν πας, το βλέπεις.
Είναι άνθρωποι για τσεκίνια και άνθρωποι για κιτρίνια.
Είναι καλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια.
Είναι ο καημός της μυλωνούς να βάνει ρούχο μαύρο.
Είναι ο πρώτος αδερφός καλος; Καλά είναι και τ' άλλα.
Είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια.
Είναι σε κακό άγγελο.
Είναι φίλοι καπουλάτοι, είναι και φίλοι χαλιναράτοι.
Είπαν τα γαϊδουρόπουλα τη μάνα τους γαϊδούρα.
Είπαν του τρελού ν' ανάψει φωτιά κι έκαψε τα ρούχα του.
Είπε λόγο κι έκαψε λόγο.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
Είπε ο ένας είπε ο άλλος κι ο παπάς το "κύριε ελέησον".
Είπες λόγο κι έκαψες λόγγο.
Εις αέρα λαλείς.
Εις άμμον οικοδομεί.
Είχε ο φρόνιμος κουτάλι κι έτρωγε ο ζουρλός με δαύτο.
Είχε ο φρόνιμος χουλιάρι κι έτρωγε ο ζουρλός μ’ εκείνο.
Εκάκιωσε ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει.
Εκάκιωσεν ο μπάμπακας κι η λίμνη δεν το ξέρει.
Έκαναν οι καματεροί και να βρούνε οι ακαμάτες.
Έκανε κι η Ελευσίνα στάρι.
Έκανε τ’ άχυρα κομμάτια.
Έκανε την τρίχα τριχιά.
Έκανες την εκκλησία, κάνε και το άγιο βήμα.
Εκατό συλλογισμοί ένα χρέος δεν πληρώνουν.
Εκατό χρονών γάιδαρος περπατησιά δεν έμαθε.
Εκατό χρονών λαγός.
Έκατσα και στον γάιδαρο, και κλότσησέ με κιόλας.
Έκατσα και στον γάιδαρο, και κλώτσησέ με κιόλας.
Έκατσαν τα αναμπαίματα στις στράτες να αναμπαίζουν.
Έκατσες στραβά και λες πως φταίε ο τόπος
Έκαψ’ την καλύβα του να μην τον τρων’ οι ψύλλοι.
Εκεί όπου ποθείς μη δανείζεις, και εκεί που αγαπάς μη συχνοπάς.
Εκεί που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα 'ρθεις.
Εκεί που θέλει ο κανατάς, κολλάει τα χερούλια.
Εκεί που μας χρωστάγανε, μας πήραν και το βόδι.
Εκειά που τρώει ο σκύλος, εκειά γαυγίζει.
Εκείνο που έχει, κάνει όπως θέλει, κι εκείνος που δεν έχει, κάνει όπως δεν θέλει.
Εκείνος που έκανε τα ξύλα στο γκρεμό, εκείνο θα τα βγάλει και στο ίσιωμα.
Εκείνος που κρατάει τον αετό από την ουρά και την γυναίκα από τον λόγο της, δεν κρατάει τίποτε.
Έκοψε το δισάκι του να κάνει δυο ντορβάδες.