Ανά θεματική ενότητα
Άνθρωποι
Αποφθέγματα
Αποσπάσματα
Αρχική
Παροιμίες από το γράμμα Δ
170 ελληνικές παροιμίες
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών:
170
Σελίδα
2
από
2
Δεν το λέει η γίδα, το λέει το κέρατο.
Δεν το λέει σε κανένα, μόνο στο μύλο και στο παζάρι,
Δεν το΄χω ΄γω που πνίγομαι παρα που μπουνατσάρει
Δεν τον βάζεις ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι.
Δεν του καίγεται καρφί.
Δεν υπάρχει άσχημη αγαπητικιά ούτε όμορφη φυλακή.
Δεν υπάρχουν πιο σκληρά κεφάλια απ᾿ τ᾿ αδειανά.
Δεν φοβάται ο παστρουμάς το αλάτι.
Δεν φοβάται ο φούρνος τις μουτζούρες.
Δεν φωτίζουν μαζί και οι δύο άκρες του κεριού.
Δέρνει με και η θάλασα, δέρνει με και το κύμα.
Δες το ψύλλο, δες το ασκί του.
Δέσε με εδώ και λύσε με εκεί.
Δέσε τον γάιδαρο όπου θέλει ο νοικοκυρης, κι ας τον φάει ο λύκος.
Δέσποτα παπά πρεσβύτα, έπαιρνε και πάντα ζήτα.
Διάβα ώρα να διαβώ να περνούμε τον καιρό.
Διαβάζει ο σκύλος κι αναπαύεται, διαβάζει και πεινάει.
Διαλέγοντας διαλέγοντας πήρε τα αποζούμια.
Διάλεξε τη γυναίκα Σάββατο, κι όχι την Κυριακή στην εκκλησία.
Διάλεξε, ξεδιάλεξε, στην κοπριά κατάντησε.
Διάφορο το έχω. το να μην σε βλέπω.
Δίβουλος και τρίβουλος.
Δικός σου είναι ο φούρνος και ξένα τα καρβέλια.
Δίνε μου και να σ' εύχουμαι.
Δίνει άχυρα στον σκύλο κόκκαλα του γομαριου.
Δίνει του βοσκού γάλα.
Δίνεις πλούτη δίνεις γνώση, δίνεις φτώχια δίνεις τρέλα.
Διψά το ρούχο για κορμί και το κορμί για ρούχο.
Διώξαμε την αλεπού και μπήκε το λιοντάρι.
Δος μου αέρα και μέτρα μίλια.
Δουλεμένο ζηλεμένο
Δούλευε μου κακορίζικε να μη γενώ σαν εσένα
Δουλευτής περήφανος πάντα πεινασμένος
Δουλευτής περήφανος πάντα πεινασμένος.
Δυό αδέρφια μάλωναν, δυό τρελλοί εχαίρονταν
Δυό αδέρφια, ένας κορμός.
Δύο αδερφοί έμαχοντο και δυο μωροί το πίστευαν.
Δυό άκρες έχει το μπαστούνι, μια του μουσαφίη, η άλλη του νοικοκύρη.
Δύο γαιδάροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα.
Δυό γαιδάροι σε μια τάβλα δεν τρώνε
Δυό είμαστε και δυό χωριστά κουβεντιάζουμε.
Δυό και δυό κάνουν τέσσερα.
Δυο καρπούζια δεν χωρούν σε μια μασχάλη.
Δυό κεφάλια σε μια σκούφια δεν χωρούν.
Δυό λαγούς σαν κυνηγάς, κι οι δυό θα σου ξεφύγουν.
Δυό μαρτυράνε έναν κρεμάνε
Δυό νομάτοι, τρεις κουβέντες.
Δυο φορές οι γέροντες γίνονται παιδιά.
Δυο ψάρια τηγανίζονται, κι ένα το άλλο δεν πιστεύει.
Δώδέκα Απόστολοι ήτανε και καθένας τον πόνο του έκλαιγε.
Δώδεκα αποστόλοι ήτανε κι ο καθένας τον πόνο του έκλαιγε.
Δως μου όλο το ψωμί σου να στο δίνω λίγο λίγο.
Δως του πέντε να έχει δέκα
Δώσ' κι εμέ και του παιδιού μου, και ο άνδρας μου στην πόρτα στέκει.
Δωσ’ μου κυρά τον άνδρα σου και παρ’ τον κόπανό μου.
Δώσαν θάρρος στον Αλή, κι έκατσε και στο χαλί.
Δώσαν του χωριατή αυγό κι ήθελέ το ρουφηχτό.
Δώσε εδώ και δώσε εκεί, πώς θα κάνομε βρακί.
Δώσε κρασί να βγει η αλήθεια.
Δώσε μου αγέρα, μέτρα μίλια.
Δώσε μου κυρά το γάιδαρο, και κάτσε με και πάνω.
Δώσε μου την κουλούρα σου, να σου την δίνω λίγη λίγη.
Δώσε μου την τύχη σου και πάρε την προκοπή μου.
Δώσε πλούτη δίνεις γνώση, δώσε φτώχεια δίνεις τρέλα.
Δώσε στην γυναίκα ψίχουλα να πάρεις καρβέλια, δώσε καρβέλια και δεν θα πάρεις τίποτε.
Δώσε στον φτωχό ψωμί και λειτουργιά μην κάνεις.
Δώσε τα πονείς να πάρεις τα ποθείς.
Δώσε τη μασιά για να πιάσω τη φωτιά.
Δώσε το δάχτυλο να σου φάνε το χέρι.
Δώσε χόρτο στο μουλάρι να σου κάνει το χωράφι.
« Προηγούμενη
1
2