Παροιμίες από το γράμμα Ο

410 ελληνικές παροιμίες

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
← Επιστροφή στα γράμματα
Σύνολο παροιμιών: 410
Σελίδα 4 από 5
Όποιος πέθανε μετάνιωσε.
Όποιος πεινά για να πλουταίνει, μόνο η πείνα του απομένει
Όποιος πεινά καρβέλια ονειρεύεται.
Όποιος περπατά μυρίζει κι όποιος κάθεται βρωμίζει.
Όποιος πηδάει μονάχος του, κανένας δεν τον φτάνει.
Όποιος πήρε πέτρα και σταθεί, κανείς να μην τον λυπηθεί.
Όποιος πλουτίζει με το νου, γρήγορα φτωχαίνει.
Όποιος πολύ διαλέγει, τα αποδιαλεγούδια παίρνει.
Όποιος πολυαπλώνεται, γρήγορα μαζώνεται.
Όποιος σκάβει τον λάκο του άλλου πέφτει ο ίδιος μέσα.
Όποιος σκοντάφτει και δεν πέφτει, πολλά βήματα κερδίζει
Όποιος σκοντάφτει στον ίσιο δρόμο, στο βουνό ήντα θα κάμει
Όποιος στα είκοσι δεν έχει νου, στα τριάντα ας μην προσμένει
Όποιος στην ξέρα περπατεί και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος οπίσω του κουκιά του μαγειρεύει.
Όποιος τ’ άστρα λογαριάζει, νηστικός πάντα πλαγιάζει.
Όποιος τα φίδια κυνηγά, φίδι θα τον δαγκώσει, και όποιος τον κίνδυνο αγαπά, αυτός θα τον σκοτώσει.
Όποιος τσιτώνει το γάιδαρο να δέχεται και τις τσινιές του.
Όποιος τσουγκράει το γάιδαρο δέχεται τις πορδές του.
Όποιος υπόσχεται βιαζούμενος, μετανιώνει αναστούμενος.
Όποιος φθονεί τον άλλο, τρώει τον εαυτό του.
Όποιος φοβάται αληθινά, όλο και φοβερίζει.
Όποιος φοβάται να χτυπήσει το γαιδούρι, ξεθυμάινει στο σαμάρι.
Όποιος φοβάται τα πουλιά, να μην σπέρνει.
Όποιος φοβάται την απάτη είναι μαθημένος να απατά.
Όποιος φτύνει κατά πάνω, φτύνει τα μούτρα του.
Όποιος ψαρεύει με δυό καλάμια γυρίζει το ένα και του βγάζει το μάτι.
όποιος ψηφά την νιότη του, γρήγορα τη χάνει.
Όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει.
Όποοιος φιλέι δυο στόματα, το ένα του μυρίζει.
Όπου αγαπά δεν ντρέπεται, μηδέ και δε φοβάται.
Όπου ακους μεγάλα νταβούλια, ψωριακός γάμος γίνεται.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι.
Όπου γάμος και χαρά κι η Βασίλω πρώτη μέσα.
Όπου γέρος κακό σκάνδαλο, όπου γριά κακή βουλή.
Όπου δεις πολλή αγάπη, δέξου και πολλή αμάχη.
Όπου δεν υπάρχει ανδρεία μπαίνει η πανουργία.
Όπου δουλεύει βασιλιά το νου του πρέπει να ΄χει.
Όπου είναι γέρος κουζουλός, από τα νιάτα το έχει.
Όπου είναι τα πολλά καλά, εκεί πάνε και τα λίγα.
Όπου είναι τρόπος είναι και τόπος
Οπου έχει δρόμο ας περπατεί, κι όπου έχει άδεια ας κοιμάται.
Όπου έχει καρδιά και χωρίς όπλα πολεμάει.
Όπου έχει πολλά αφεντικά, αδείπνητος απομένει.
Όπου η άγνοια είναι ευλογία, είναι λάθος να είναι κανείς συνετός.
Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι, αργεί να ξημερώσει.
Όπου μπαίνει ο ήλιος δεν μπαίνει ο γιατρός.
Όπου νερό κι άλλο νερό κι όπου αμπέλι κι άλλο αμπέλι.
Όπου ξένο θάνατο μεριμνά, πρωτέρχεται ο δικός του.
Όπου ξοδεύει είκοσι και δώδεκα σοδειάζει, στη φυλακή τον βάζουμε και δεν το λογαριάζει.
Όπου παινά τον τζίτζικα, τον δανείζει ο μύρμηγκας.
Όπου πατεί η αίγα, πατεί και το ριφάκι.
Όπου ρίξει παλαμάρι, κάνει μήνες να σαλπάρει.
Όπου τάβλα και μαντήλι και καλώς τον κυρ Βασίλη.
Όπου τάβλα και ποτήρι, δέξου και τον κυρ-Σωτήρη.
Όπως έσπειρες, θα θερίσεις
Όπως ήθελε ο φτωχός, έτσι γύρισε ο τροχός.
Όπως μου βαράνε χορεύω.
Όπως το αγόρασα, το πουλάω.
Όσα βρέχει ο Θεός, τόσα καταπίνει η γη.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
Όσα ξέρει ο Κωνσταντής, δεν τα ξέρει άλλος κανείς.
Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
Όσα σου λένε άκουγε κι όσο σου βγαίνει κάνε.
Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος.
Όσες πράσινες φοράδες τόσο καλοπεθεράδες.
Όσο βιάζεται η γριά, τόοσο κόβεται η κλωστή.
Όσο θέλεις δούλευε, όσο θέλει ο Θεός θα σου δώσει.
Όσο κι αν αδυνατίσει το βουβάλι, πάλι για ένα βόδι κάνει.
Όσο πίνει η πεθερά μας, τόσο μας καλοχαιρετάει
Όσο πιο αραιά φυτεύεις τα σκόρδα, τόσο πιο πολύ χοντραίνουν.
Όσοι είναι έξω απ’ τον χορό, πολλά τραγούδια λένε.
Όταν αποτρυγούν οι άλλοι, αυτός πλέκει καλάθια.
Όταν δεν θέλει ο ένας δεν μαλώνουνε οι δύο.
Όταν διψά η αυλή σου μην ρίχνεις νερό στο δρόμο.
Όταν είναι η βέργα χλωρή γυρίζει.
Όταν είσαι βαριά, βάρει, όταν είσαι αμόνι, βάστα.
Όταν επουλούσαν, ας αγόραζες.
Όταν λαλούν οι κόρακες, τα αηδόνια φεύγουν.
Όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια.
Όταν ο διάολος μας δίνει το στάρι, ο διάολος μας παίρνει το σακί.
Όταν ο Θεός σου δίνει αλεύρι, σου παίρνει ο διάβολος το σακί.
Όταν οι άλλοι αποτρυγούσαν, η Μαρία έπλεκε καλάθι
Όταν πεινάει η αλεπού, καμώνεται πως κοιμάται.
Όταν πέσει το δέντρο, το χτυπούν οι ξυλοκόποι.
Όταν ρίχνεις πέτρα, τα στερνά της μέτρα.
Όταν σε εύρει ο πειρασμός, δέξου τον γι' αγιασμό.
Οταν σε παρακαλούσαν, γινόσουνα χαϊδούσα, τώρα που παρακαλείς, δεν σε θέλει πια κανείς.
Όταν σκοντάφτει τ’ άλογο, όλοι του λένε τύφλα.
Όταν σμίγει σταγόνα με σταγόνα γίνεται ποτάμι. Ποτάμι με ποτάμι γίνεται θάλασσα.
Όταν σου λένε πως μεθάς, βάστα τον τοίχο και προχώρα.
Όταν τα σκυλιά τρώγονται, ο λύκος τρώει τα πρόβατα.
Όταν τρώγονται οι σκύλοι, αρπάζει ο λύκος τα πρόβατα.
Όταν φεύγει ο εχθρός όλοι γίνονται γενναίοι.
Όταν χτυπιώνται δυό ασκιά, έν᾿ απ᾿ τα δυό θα σπάσει
Ότι μέλλει δεν ξεμέλλει κι ότι γράφει δεν ξεγράφει.
Ου μετανοείν, αλλά προνοείν χρη τον άνδρα τον σοφόν
Ούτε εσύ, κυρά, σταφύλια, ούτε εγώ δραγατικά.
Ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω.
Ούτε ο σκύλος τρώει το άχυρο ούτε τον γάιδαρο αφήνει.